unique visitors counter
Xaftas logo
img

Ένα Βράδυ στη Λεωφόρο Συγγρού με Κοπέλες, «Βρόμικα», Τέχνη και Μπουζούκια

Κάναμε μια βόλτα στη λεωφόρο που προσφέρει τα πάντα, από πανεπιστήμιο και τέχνη, έως διασκέδαση και φικι φικι.

«Μου αρέσουν τα club. Είναι ένα είδος που δεν μπορώ να σταματήσω - βασικά δεν θέλω κιόλας, », λέει ο Νίκος, ένας άνδρας γύρω στα 40 που πετυχαίνω πάνω στη Συγγρού, την ώ


img

Κάναμε μια βόλτα στη λεωφόρο που προσφέρει τα πάντα, από πανεπιστήμιο και τέχνη, έως διασκέδαση και φικι φικι.

«Μου αρέσουν τα club. Είναι ένα είδος που δεν μπορώ να σταματήσω - βασικά δεν θέλω κιόλας, », λέει ο Νίκος, ένας άνδρας γύρω στα 40 που πετυχαίνω πάνω στη Συγγρού, την ώρα που πηγαίνει σε ένα από τα αγαπημένα του της λεωφόρου. «Δεν έρχομαι τόσο συχνά πλέον, επειδή δεν βγάζω τόσα χρήματα. Κάποτε, ήμουν εδώ κάθε δεύτερη ημέρα. Τώρα το κάνω πιο αραιά, επειδή όταν αποφασίσω να έρθω, θέλω να το ευχαριστηθώ - και αν δεν αφήσω 400-500 ευρώ τη φορά, δεν το ευχαριστιέμαι».

Η Συγγρού -εκεί όπου ο Νίκος έχει αφήσει αρκετές χιλιάδες ευρώ- είναι ένα σύμπαν που έχει τα πάντα. Από πανεπιστήμια και μουσεία, έως club και αγοραίο φακι φακι . Καθώς η λεωφόρος έχει ήδη αποκτήσει μια χριστουγεννιάτικη εσάνς ενόψει εορτών, αποφάσισα να την περπατήσω και να συναντήσω μερικούς από τους ανθρώπους που διασκεδάζουν ή εργάζονται τα βράδια στα μαγαζιά και τα πεζοδρόμιά της.

Κατηφορίζω την Αμαλίας και φτάνω στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, εκεί όπου ξεκινά η αρίθμηση της λεωφόρου. «Ψηλά», ο δρόμος είναι πιο χαλαρός και έχει μια corporate δόση: Συνεδριακοί χώροι, γραφεία ασφαλιστικών εταιρειών και εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων σού δίνουν την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε έναν οποιοδήποτε δρόμο της πρωτεύουσας. Σιγά-σιγά, το μείγμα αλλάζει. Ξεκινούν τα shop, τα -πολλά από τα οποία έχουν φορέσει έναν μανδύα ελληνάδικου, έτσι για το ξεκάρφωμα- και τα μπουζουκομάγαζα με τις τεραστίων διαστάσεων αντιαισθητικές αφίσες, όπου φιγουράρουν ονόματα και πρόσωπα άγνωστα σε μένα, που δεν είμαι μυημένος στις λουλουδούδες. Όλα αυτά, πλάι στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, τη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση και το νέο κτίριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, χώροι όπου διασώζεται η πολιτισμική παραγωγή της πρωτεύουσας, σε μια εποχή όπου τα χρήματα σπάνια περισσεύουν για την Τέχνη.

Βιτρίνα shop επί της Συγγρού, με την απαραίτητη χριστουγεννιάτικη προετοιμασία.

Ένα από τα εμβληματικά club που βλέπω στη βόλτα μου είναι οιΚούκλες. Άνοιξε το 1994 σε έναν χώρο που κάποτε ήταν βουλκανιζατέρ και έγινε το πρώτο μαγαζί στην αθηναϊκή νύχτα που στήριξε το show. Έξω από τιςΚούκλες, συνάντησα μια παρέα νέων, που ήταν έτοιμοι να γιορτάσουν τα γενέθλια ενός φίλου τους. Η καθιέρωση του club στη διασκέδαση της λεωφόρου Συγγρού και το νεαρό κοινό -χειραφετημένο και αρκετά γενναίο, ώστε να εκφραστεί ελεύθερα απέναντι στον ρατσιστικό και τον αντιδραστικό λόγο- δείχνει ότι σήμερα, στη σκοτεινή εποχή του 7% της Χρυσής Αυγής, υπάρχουν προοδευτικοί άνθρωποι που διεκδικούν ίσα δικαιώματα για όλους και πετυχαίνουν νίκες που κάνουν πιο ανοιχτή την ελληνική κοινωνία, όπως είναι η πρόσφατη ψήφιση τουσυμφώνου συμβίωσηςκαι ηαναγνώριση της ταυτότητας φύλου.

«Η νύχτα είναι σαν τα λουκάνικα: Είναι ωραία να τα τρως, όμως δεν είναι ωραία να τα βλέπεις να φτιάχνονται. Σου προκαλεί αηδία» - Ηλίας, εργαζόμενος σε club

Φτάνω στοΠάντειο, το ιστορικό πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και σήμερα είναι γνωστό για τις ανθρωπιστικές σπουδές του, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας των πτυχιούχων του και το «βρόμικο» που μπορεί να φάει κάποιος στην καντίνα που βρίσκεται ακριβώς απ’ έξω – βάλσαμο, μετά από το αναπόφευκτο hangover που σου θερίζει το στομάχι, την ώρα που ξημερώνει. Σε ένα απο τα strip club κοντά στο Πάντειο συναντώ τον Ηλία, που όλη τη νύχτα είναι έξω από το μαγαζί και προσπαθεί να προσελκύσει πελάτες στα ενδότερα, καθώς «πολλοί περνούν απ’ έξω, λίγοι μπαίνουν, λιγότεροι ξοδεύουν», όπως μου λέει γελώντας. «Όταν ξεκίνησα να δουλεύω σε νυχτερινά μαγαζιά και σε strip club, πριν από δύο δεκαετίες, ήμουν απλώς τρελαμένος. Δεν γύριζα ποτέ σπίτι. Όσα έβγαζα, τα έτρωγα στα ρεπό μου. Η μάνα μου φοβόταν ότι θα καταλήξω αλκοολικός, ότι θα με βρει σε καμία γωνία νεκρό από υπερβολική δόση. Από την πλευρά της, είχε ένα δίκιο. Η νύχτα θέλει ρέγουλα και με τα χρόνια τη βρήκα. Τώρα, δεν με συγκινεί τίποτα. Η πιο ωραία γκόμενα από ’κει μέσα, δεν μου κάνει αίσθηση. Έχω δει πολλά. Προτιμώ να πηγαίνω σε καμιά ταβέρνα με φίλους και μετά σπίτι, τηλεόραση, ξεκούραση. Η νύχτα είναι σαν τα λουκάνικα: Είναι ωραία να τα τρως, όμως δεν είναι ωραία να τα βλέπεις να φτιάχνονται. Σου προκαλεί αηδία».

Την ώρα του hangover, χρειάζεται οπωσδήποτε «βρόμικο».

Περνάω την εκκλησία του Αγίου Σώστη και η Συγγρού έχει πια εγκαταλείψει και τις τελευταίες αναστολές της. Η αγορά του έρωτα εδώ δεν θυμίζει την άθλια κατάσταση και την ανέχεια που επικρατεί σε άλλες περιοχές, όπως στα στενά γύρω από την Ομόνοια που έχουν κατακλυστεί από την πορνεία του πεντάευρου, για την εξασφάλιση της επόμενης δόσης. Ωστόσο, η παρακμή είναι εμφανής. «Δεν έχουμε δουλειά όπως παλιά, τα πράγματα χειροτέρεψαν πολύ», λέει η Μαρία, μία από τις εργάτριες του στη Συγγρού. «Ο κόσμος απλώς δεν έχει λεφτά και δεν θα έρθει να χαλάσει εδώ το μεροκάματο που θα του λείψει αύριο. Πόσοι μπορούν σήμερα να χαλάσουν 60 ευρώ, για να περάσουν μια ώρα μαζί μου; Ελάχιστοι. Αναγκαζόμαστε να παζαρέψουμε την τιμή, να ρίξουμε αρκετά τις απαιτήσεις μας, επειδή αλλιώς δεν θα βγάλουμε φράγκο και δεν θα επιβιώσουμε. Πολλοί από εμάς έχουν αφήσει τη Συγγρού και έχουν πάει για χαμηλότερο μεροκάματο σε άλλες περιοχές. Κάποιοι κρατάμε», συνεχίζει. Η ίδια πραγματικότητα επικρατεί και στα μπαρ που προσφέρουν αγοραίο έρωτα, όπου οι τιμές είναι ακόμη υψηλότερες, καθώς ένας πελάτης πρέπει να πληρώσει 60 ευρώ για 20 λεπτά και 140 για μια ώρα, χώρια τα ποτά. Όπως είπε στο VICE εργάτρια του , «από αυτά τα χρήματα, εμείς παίρνουμε ψίχουλα».

Εκτός από τα λίγα χρήματα, οι εργάτες του στη Λεωφόρο Συγγρού πρέπει να αντιμετωπίσουν και τον κίνδυνο λεκτικής και σωματικής βίας. «Για εμάς που εργαζόμαστε τη νύχτα, είναι σημαντικό να είμαστε σε μέρη όπου δεν κινδυνεύουμε να μαχαιρωθούμε. Το ότι βγάζουμε λεφτά από τον και τον δρόμο δεν σημαίνει ότι θέλουμε φασαρίες», είπε η Έλσα στο VICE, εργάτρια του που έχει πέσει θύμα ξυλοδαρμού και ρατσιστικών επιθέσεων εξαιτίας της ταυτότητας φύλου της. «Την τελευταία φορά που είδα τον πατέρα μου, μου είπε "φύγε από εδώ παλιοπο στρα". Όταν ο γονιός σου έρχεται και σου λέει κατά πρόσωπο να πας να ...., δεν σου προκαλεί εντύπωση ότι κάποιοι ξένοι θα σου κάνουν κακό, επειδή είσαι διαφορετικός από αυτούς. Αυτή η συνειδητοποίηση με βοήθησε να αντέξω, όσες φορές κατέληξα στο νοσοκομείο, επειδή έκανα αυτό που μου έλεγε η καρδιά μου».

Επειδή, Συγγρού σημαίνει και μπουζούκια.

Κορίτσια που είπαν να βγουν και να ξεσκάσουν με ελαφρολαϊκά, στηνΠύλη Αθηνών,στη Συγγρού.

Η Λεωφόρος Συγγρού έχει καταφέρει να συνδυάσει όλες τις πτυχές της σύγχρονης Ελλάδας. Κατασκευάστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, την περίοδο του πρώτου κύματος εκσυγχρονισμού της χώρας από τον Χαρίλαο Τρικούπη. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έγινε συνώνυμο της προσφυγιάς, καθώς τότε ξεκίνησαν να δημιουργούνται κατά μήκος της οι προσφυγικές συνοικίες της Νέας Σμύρνης, του Νέου Κόσμου και της Καλλιθέας. Η λεωφόρος, που αργότερα θα αποθεωθεί στα ελληνικά γράμματα από τον Γιώργο Θεοτοκά και τον Γιώργο Σεφέρη, γίνεται αργότερα συνώνυμο του νεοελληνικού πλουτισμού και της διασκέδασης, την εποχή που ιστορικά νεοκλασικά αφήνονται εγκαταλελειμμένα να παρακμάσουν και να καταρρεύσουν στις παρυφές της Ακρόπολης. Σήμερα, αυτήν τη δυστοπική εποχή των μνημονίων, τα strip club, τα μπουζουξίδικα και τα άλλα κέντρα διασκέδασης παλεύουν με νύχια και με δόντια να κρατήσουν ζωντανή την «κληρονομιά» της μεγάλης ζωής των νεοελλήνων, ειδικά τώρα που έρχονται γιορτές και ο κόσμος είναι πιο πρόθυμος να ψάξει καλύτερα στην τσέπη του. Ωστόσο, το χρήμα λείπει και μια βόλτα στη Συγγρού, αρκεί για να το καταλάβεις.